Οἱ δυό σέχοι
Κάποτε δυό σέχοι (ἀρχηγοί μουσουλμανικῶν φυλῶν καί μάγοι) ἀπό τό Χατζῆ-Πεχτές ἐπισκέφθηκαν τόν ὅσιο Ἀρσένιο τόν Καππαδόκη (1840-1924).
Ὁ ἅγιος τούς δέχθηκε μέ καλοσύνη καί τούς πρόσφερε καφέ. Οἱ σέχοι ὅμως ἄρχισαν κάτι ἀνόητες καί συγκεχυμένες ἐρωτήσεις, πού τοῦ ἔφερναν πονοκέφαλο. Γιά ν' ἀπαλλαγῆ τούς εἶπε.
Δέν μπορῶ νά σᾶς ἀκούω, γιατί πονάει τό κεφάλι μου.
Ἐκεῖνοι δέν κατάλαβαν καί τοῦ εἶπαν:
Παπᾶς Ἐφέντης, θά σοῦ φτιάξουμε ἕνα μουσχᾶ (χαϊμαλί) καί ἅμα τό φορέσης, σ' ὅλη σου τή ζωή δέν θά σοῦ πονέση τό κεφάλι!
Ὁ ὅσιος τους ἀπάντησε αὐστηρά:
Ἔχω μεγαλύτερη δύναμι ἀπό τή δική σας καί μπορῶ νά σᾶς κάνω μέ τή δύναμι τοῦ Χριστοῦ νά μή κουνηθῆτε καθόλου ἀπό τόν τόπο πού κάθεσθε.
Τούς ἄφησε ἀμέσως καί πῆγε δίπλα στό κελλί του. Ὅταν ἀποτελείωσαν τόν καφέ τούς οἱ σέχοι καί θέλησαν νά φύγουν, μέ κανένα τρόπο δέν μποροῦσαν νά κουνηθοῦν ἀπό τόν τόπο πού κάθονταν, γιατί ἔνιωθαν νά εἶναι δεμένοι μ' ἕνα ἀόρατο δέσιμο! Ἀναγκάσθηκαν τότε νά φωνάξουν τόν ἅγιο Ἀρσένιο, γιά νά τούς λύση. Ἐκεῖνος πῆγε ἀμέσως, ἀλλά δέν τούς μίλησε. Μόνο νόημα τούς ἔκανε νά φύγουν, καί ἔτσι μπόρεσαν νά ξεκοκκαλώσουν ἀπό τόν τόπο τους.
Οἱ σέχοι κατάλαβαν τό σφάλμα τους καί ζήτησαν συγχώρησι:
Παπᾶς Ἐφέντης, συγχώρα μας. Ἡ δύναμίς σου εἶναι μεγάλη, γιατί τήν παίρνεις ἀπό τήν μεγάλη σου πίστι! Ἐμεῖς μέ τόν σατανᾶ δουλεύουμε.
(Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης)
|